Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

Η σχέση των Αθηναίων με την πόλη τους, είναι σχέση: αγάπης και μίσους. Συνεπώς, ερωτική. Αλλιώς, δεν εξηγείται το γεγονός, πως επτά στους δέκα Αθηναίους, δηλώνουν έτοιμοι να εγκαταλείψουν μια για πάντα την πόλη τους. Κι απ΄ την άλλη, το φθινόπωρο και μετά τις διακοπές τους, να δηλώνουν όλοι παρόντες. Και όχι μόνο. Αφού, κοντά στους δέκα που έφυγαν και γυρνάνε, στατιστικά κολλάει κι ένας εντέκατος. Εσωτερικός μετανάστης αυτός. Όπως ο φίλος μου ο ασφαλιστής, ο Μάνος καλή ώρα. Οικονομικός μετανάστης στην Αθήνα, τριάντα σχεδόν χρόνια πίσω. Μαζί με τους πρώτους Αλβανούς. Κι από τότε, ήρθε κι έδεσε...Σήμερα συμφωνήσαμε να τον παρακολουθήσω σε μια μέρα εργασίας. Για να ενταχθώ στο δίκτυο των πωλητών του. Είδωμεν. Έφτασα στην πολυκατοικία που έμενε την ώρα που ο Μάνος έβγαινε. Ντυμένος  στην πέννα κοράκι! 

ΒΑΣΙΛΗΣ: Καλημέρα!

ΜΑΝΟΣ: Νέα μέρα, Καλημέρα…Η ντόπα της ημέρας: Πρέπει να πετύχω, πρέπει να πετύχω, πρέπει να πετύχω...

ΒΑΣΙΛΗΣ: Εντάξει ρε! Το ακούσαμε! 

Συνεχίσαμε να περπατάμε για λίγο αμίλητοι,  ενώ τα χείλη του  Μάνου συνεχίζουν να προφέρουν το: «Πρέπει να πετύχω» χωρίς ωστόσο να ακούγονται.
Ο Μάνος πάτησε εδώ και καιρό τα πενήντα. «Ο θάνατός σου, η ζωή μου» το επάγγελμά του. Ασφαλιστής κοντολογίς. Κι ένας ακόμα της παρέας μας, στο μεροδούλι, μεροφάι. Ούτε καν των 700 € ο Μάνος δυστυχώς. Μα συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό, αφού τις ευκαιρίες του τις έχει. Ο θεός να την πει δουλειά ετούτην εδώ πάντως. Σκέτη απασχόληση είναι. Γιατί, πως διάολο να ισχυριστεί κάποιος πως εργάζεται, χωρίς μισθό κι ασφάλιση; Και μόνο με προμήθειες; Εικοσιτέσσερα γεμάτα χρόνια πίσω...
ΜΑΝΟΣ: (κοντοστέκεται) Καλά μαλωμένοι είμαστε και δε μιλάμε ρε Βασίλη;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Αυτή ήταν η συμφωνία μας Μάνο! Να σε παρακολουθώ αθέατος σε ώρα δουλειάς! Για να αποφασίσω αβίαστα!

ΜΑΝΟΣ: (ξεφυσάει) Τέλος πάντων!

Φτάσαμε  μέχρι το κοντινό περίπτερο, ο Μάνος πήρε παραμάσχαλα απ΄ τον περιπτερά μια στοίβα εφημερίδες, δύο στιγμιαίους καφέδες  (σε συσκευασία πλαστικού) κι ένα μπουκάλι νερό. Και παρκάραμε σ΄ένα  παγκάκι σε ένα κοντινό παρκάκι...Φτιάχνοντας τον καφέ μας. Με χιλιάδες σκέψεις στο μυαλό μου:

Ο φίλος μου, ξεκίνησε να κατακτήσει την Αθήνα και τη ζωή του, απ’ το Αργοστόλι της Κεφαλονιάς ορμώμενος. Με προίκα, το πείσμα και την ξεροκεφαλιά, του νησιού του: Σύμφωνα με τις στατιστικές του, ο μόνος που ξεπερνάει σε πείσμα και ξεροκεφαλιά έναν Κεφαλλονίτη απ΄ το Αργοστόλι, είναι ένας άλλος Κεφαλλονίτης, απ΄ το... Ληξούρι. Πωλητής με τα όλα του όμως! Και διάολο σκάει με την επιμονή του. Ψήνοντάς τον με τις ώρες, για να του πουλήσει την... Αγία Γραφή. 
ΜΑΝΟΣ: Στις αγγελίες τουλάχιστον θα βοηθήσεις Βασιλάκη;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Σήμερα μόνο θα σε καμαρώνω είπαμε!

Ο ΜΑΝΟΣ, βγάζει απ΄ την τσέπη του μολύβι και χαρτί, ξεφυλλίζοντας τη στοίβα απ’ τις εφημερίδες...Από κάθε εφημερίδα και απ΄ τη στήλη «κηδείες», αντιγράφει τα στοιχεία από κανά δυο αγγελίες ...Τελειώνοντας, πιάνει το χαρτί του και μετράει φωναχτά:
ΜΑΝΟΣ: Δύο και μία τρεις και δύο πέντε. Πέντε κηδείες ... ευέλπιδων τσίμπησε πάλι η απόχη του Τεράστιου...
ΒΑΣΙΛΗΣ: (υπολογιστικά) Κι οι μισοί τουλάχιστον απ΄ τους ...πεσόντες, πρέπει να την έκαναν από τροχαίο.
ΜΑΝΟΣ: (μάτια στον ουρανό) Πήγαν πού πήγαν. Βόηθα τουλάχιστον Παναγιά μου να πήγαν από τροχαίο.
ΒΑΣΙΛΗΣ:  Για να δούμε τι έχει στα κρατούμενα, για τους επιζώντες σήμερα η ζωή...
Ξαναδιπλώνουμε  προσεκτικά τις εφημερίδες  και γραμμή για το περίπτερο. Ο  περιπτεράς, είναι απ΄ έξω και τακτοποιεί τα περιοδικά.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: Καλώς τους. Νωρίς τις ξεσήκωσες τις κηδείες σήμερα ρε  ασφαλιστή.

ΜΑΝΟΣ: (μπουχτισμένα) Ναι μωρέ...Μπήξε το μαχαίρι στην καρδιά και στρίψτο κι από πάνω.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (χαμογελώντας) Εκτός και αν έμαθαν να οδηγούν οι Αθηναίοι.
ΜΑΝΟΣ: (απογοητευμένα) Αμ με τέτοια πρόστιμα απ΄ την τροχαία, τι θαρρείς; Τα περιόρισαν και τα συγκρουόμενα οι Αθηναίοι!
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (γελώντας) Μοιρασιά να σου πετύχει όμως; Η τροχαία αρμέγει τους ζωντανούς κι εσύ τους πεθαμένους! Απ΄ την παραγωγή στην κατανάλωση.
ΜΑΝΟΣ: (δύσθυμος) Μια κηδεία μόνο δείχνει προοπτικές σήμερα το κέρατό μου.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (γελώντας) Σε πρόλαβε στη στροφή ο Υπουργός Οικονομικών πάλι. Αυτός με την τροχαία του και με τα όλα του!
ΜΑΝΟΣ: (απαξιωτικά) Γέλα εσύ, γέλα! Αν πάνε έτσι οι δουλειές, θα χάσεις και το καθημερινό ευρουδάκι, απ΄ το νοίκι των εφημερίδων.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (αυστηρά) Α, όλα κι όλα! Ένα χρόνο έχουμε να αναπροσαρμόσουμε την τιμή. Αν κατά ‘κεί το πας δηλαδή!
ΜΑΝΟΣ: (ανασηκώνοντας το φρύδι) Κοίταξε να φύγουμε και κουρεμένοι εκεί που ήρθαμε για το μαλλί...Έτσι την είδες;
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (μπουχτισμένα) Από δώδεκα εφημερίδες κάνεις σκονάκια. Εκτίμησέ το!
ΜΑΝΟΣ: Ναι αλλά τσίλικες στις γυρνάω. Και τις ξαναπουλάς.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (αμυντικά) Είδες που πήγε το πετρέλαιο όμως;
ΜΑΝΟΣ: (τσαντίλες) Και τι σχέση έχει το πετρέλαιο, με τη λαμογιά και το νοίκιασμα των εφημερίδων σου τώρα μωρέ;
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (βαριεστημένα) Δουλειά δεν είχε ο διάολος...
ΜΑΝΟΣ: (ειρωνικά) Και διάβαζε αγγελίες!
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (το διασκεδάζει) Είδες; Ως και το διάολο στην ανεργία τον έστειλε η κυβέρνησή σας...
ΜΑΝΟΣ: Εμ βέβαια! Ακολασία ίσον χρήμα!
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (βαριεστημένα) Μωρέ ρίξε ένα μπινελίκι στην κυβέρνηση για την ακρίβεια κι εσύ  κι άστο να πάει στο διάολο. Όλοι έτσι κάνουν.
ΜΑΝΟΣ: (πίκα) Κοντά στα μπινελίκια για την κυβέρνηση, να κάνεις κι εσύ κάτι. ρε περιπτερά.  Φοροφυγάδα...Ε φοροφυγάδα.
ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ: (με τα μάτια στον ουρανό) Ε ρε κατάντια...Η μισή κοινωνία, να κοιτάζει με μισό μάτι, την άλλη μισή! 
Φύγαμε με τον Μάνο να κατεβάζει καντήλια.

ΜΑΝΟΣ: Ώρα Βασιλάκη να βάλουμε και το κομμούνι στο κόλπο. (πατάει ένα κουμπί στο κινητό του) Έλα ρε κομμούνι... Μη μου πεις πως κωλοβαράς κατά Κούβα μεριά ακόμα;
...................
ΜΑΝΟΣ: Α, γύρισες εψές! Ωραία...Άντε γιατί σε χρειάζομαι για ένα ρουσφέτι!
.........
ΜΑΝΟΣ: (με χαμόγελο ικανοποίησης) Στην επόμενη ...στάχτη και μπούρμπερη της Αθήνας, κερασμένο ένα ....μπουκαλάκι από μένα σ΄ ένα πολυεθνικό κιόσκι...
................
ΜΑΝΟΣ: (μαλαγανιά)Το ξέρω πως εσείς τη σνομπάρετε την αθλοπαιδιά!   Για μένα όμως, θα κάνετε μια εξαίρεση και θα του φυτέψετε μια μολότοφ. Εσάς ξέρουμε, εσάς εμπιστευόμαστε.
.................
ΜΑΝΟΣ: (τα παίρνει) Πολυεθνικό το βάφτισα το κιόσκι του ρε κατσαπλιά. Ακόμα να συγκινηθείς;
.................
ΜΑΝΟΣ: (κλείνοντας το τηλέφωνο και απαξιωτικά) Κομμουνισμός: Ένα ...πρόβλημα, για κάθε... λύση! Απαπαπαπα! 
Σε λιγότερο από μισή ώρα, μπαίναμε στο προαύλιο μιας εκκλησίας , στο πλακόστρωτο της οποίας ήταν μαζεμένοι κάποιοι σε ομάδες των τριών-τεσσάρων ανθρώπων φορώντας σκουρόχρωμα ρούχα κηδείας...Ο Μάνος , μετράει από απόσταση τα στεφάνια.
ΜΑΝΟΣ:  Βασταγμένος δείχνει ο μακαρίτης.  Μάνο, τη ντόπα σου και στη φάμπρικα πάλι: (ψιθυρίζει) Ο θάνατός σου η ζωή μου. Ο θάνατός σου η ζωή μου...
ΜΑΝΟΣ: (ειρωνικά) Επιμένεις να εργάζεσαι ως....σκιώδης Υπουργός  Βασιλάκη;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (με τσαντίλες) Αν με πικάρεις κι άλλο, έφυγα!
ΜΑΝΟΣ: (κατευναστικά) Οκ, οκ!

Πλησιάζει με γοργά βήματα  σε μια ομάδα των τριών αντρών. Τον ακολουθώ διακριτικά: 
ΜΑΝΟΣ: (λύπη) Καλημέρα. Ζωή σ΄ εσάς.
ΑΝΤΡΕΣ: Καλημέρα...
ΜΑΝΟΣ: (διστακτικά) Είστε...είστε συγγενείς του μακαρίτη;
ΑΝΤΡΑΣ Ι: Όχι. Εσύ;
ΜΑΝΟΣ: Ούτε. Για την επόμενη κηδεία ήρθα εγώ ...Νωρίτερα όμως...(λυπημένα) Νέο παιδί κι ο επόμενος...Από τροχαίο μας την έκανε....(ζωηρά) Ετούτος εδώ;
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙ: Από χαμένο πέναλτι πήγε άψαλτος ο δικός μας.
ΜΑΝΟΣ: (έκπληξη) Από χαμένο πέναλτι;
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙ: Ναι ρε ο ηλίθιος! Μόλις έστειλε ο Γκαλέτι το πέναλτι στην εξέδρα, έπαθε ανακοπή...
ΜΑΝΟΣ: (συνοφρυώνεται μονολογώντας) Αυτήν τη φλέβα των εν δυνάμει ...πεναλτοχαμένων  πελατών, δεν τη αξιολόγησα ως τώρα!
ΑΝΤΡΑΣ Ι: Τι είπες;
ΜΑΝΟΣ: (πανηγυρικά) Αφού μας έδωσε κι άλλο πέναλτι ο διαιτητής  στο....97ο λεπτό μωρέ!
ΑΝΤΡΑΣ Ι: (γελάει) Ναι βέβαια, στην...παράταση . 
ΜΑΝΟΣ: Δε θα το έληγε το μάτς αν δεν κερδίζαμε...
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙ: (γελώντας) Τι σκατά επαγγελματίες πρωταθλητές είμαστε;
ΑΝΤΡΑΣ Ι: (λύπη) Κι αφήνει χήρα και τρία παιδιά πίσω του.
ΜΑΝΟΣ: (επιτηδευμένα έκπληκτος) Καλά μωρέ και δεν έκανε τα κουμάντα του, όσο ζούσε ο αχαΐρευτος;
ΑΝΤΡΑΣ: ΙΙ: Τώρα την έστρωνε τη δουλειά του ο έρμος. Αλλά τον πρόφτασε ο χάρος.
ΜΑΝΟΣ: (σχεδόν χαρωπά) Έτσι είναι ο χάρος. Αναρχικός. Κι ο δικός μου, ο επόμενος που λέγαμε, νέος κι από τροχαίο την έκανε. Αλλά μυαλωμένος.
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙΙ: (ειρωνικά) Φως φανάρι. Για να το κλαίνε οι ρέγκες σήμερα κι αυτόν.
ΜΑΝΟΣ: (με στόμφο) Κι όμως! Αυτόν, με τις πεντακόσιες χιλιάδες € επιταγή που έχω στην τσέπη μου, δε θα τον ξεχάσουν ποτέ.
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙ: (70χρονος- τσιμπάει) Πόσα;
ΜΑΝΟΣ: (τον ζυγιάζει κι απαξιωτικά) Σε δραχμές της εποχής σου, εκατόν ογδόντα κοντά εκατομμύρια.
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙΙ: Κληρονομιά;
ΜΑΝΟΣ: (θριαμβευτικά) Α, μπα! Μια τζίφρα σ΄ ένα συμβόλαιο ζωής, ήταν όλη η μαγκιά του! Μια μόνο τζίφρα.
ΑΝΤΡΑΣ ΙΙΙ: (τσιμπάει) .... Και πόσα λεφτά το μήνα πλήρωνε ο μακαρίτης ρε παλικάρι;
ΜΑΝΟΣ: (απαξιωτικά) Ψίχουλα...Κυριολεκτικά ψίχουλα....( συνεχίζει να μιλάει χωρίς να μπορώ να τον ακούω  και πιάνοντάς αγκαζέ  τον 70χρονο, μπαίνουν στην εκκλησία και τον καθίζει στις πίσω σειρές)
Φτάνω μετά από λίγο δίπλα τους και πιάνω θέση ενόσω ο Μάνος  συμπληρώνει  κιόλας ένα...συμβόλαιο αντιγράφοντας τα στοιχεία από μια ταυτότητα...
Το σινάφι του Μάνου, πουλάει ακόμα και το θάνατό τους στους πελάτες του. Για να ζήσουν οι κληρονόμοι τους καλά, όταν οι πελάτες του θα έχουν αποδημήσει. Σε κάτι τέτοιο -μου λέει συχνά πυκνά- τον σιγοντάρουν και τα γονίδια της ράτσας. Γιατί και μετά το θάνατό του ο Έλληνας, τα παιδιά του σκέφτεται. Ακόμα κι όταν τα παιδιά...έχουν εξηνταρίσει...
Ο Μάνος, δίνει την ταυτότητα πίσω.
ΑΝΤΡΑΣ: Τι προκαταβολή έγραψες;
ΜΑΝΟΣ: Όσα μου είπες πως κουβαλάς μαζί σου. Πεντακόσια €. Και επί τη ευκαιρία...
Απλώνει το χέρι. Ο άντρας βγάζει και του μετράει πεντακόσια €.
ΜΑΝΟΣ: Δικαιούχος σε περίπτωση ατυχήματος που... θα πίνει νερό στ΄ όνομά σου;
ΑΝΤΡΑΣ: (κοιτάζοντας αριστερά δεξιά και συνωμοτικά) Γκαλίνα Σουλοκόφσκι.
ΜΑΝΟΣ: (απογοητευμένα) Νατα, νατα, νατα, νάτα! Πως;
ΑΝΤΡΑΣ: (στο αυτί του) Γκαλίνα Σουλοκόφσκι.
ΜΑΝΟΣ: (βδελυγμία) Απαπαπαπα. Ξέχνα το!
ΑΝΤΡΑΣ: (έκπληξη) Τι πράγμα;
ΜΑΝΟΣ: (αυστηρά) Μας απαγορεύουν απ΄την εταιρεία, να βάλουμε δικαιούχους, απ’ το κάθε τυχάρπαστο ...Γκομενιστάν επαναλαμβάνω.
ΑΝΤΡΑΣ: (ενίσταται) Εγώ αυτήν θέλω για.
ΜΑΝΟΣ: (πούστικα) Αν μάθει πως παίρνει τετρακόσια χιλιάρικα όμως...
ΑΝΤΡΑΣ: (με τσακίρκο μάτι) Ναι...
ΜΑΝΟΣ: ...θα χαλαλίσει τα είκοσι, για ένα συμβόλαιο θανάτου, για την πάρτη σου για...
ΑΝΤΡΑΣ: (έκπληκτος) Λες;
ΜΑΝΟΣ: (περήφανα) Μόλις σου έσωσα τη ζωή ρε μπαγάσα.
ΑΝΤΡΑΣ: (δύσπιστα) Σιγά.
ΜΑΝΟΣ: (θυμόσοφα) Σα να σε καμαρώνω, με τη μαύρη κουστουμιά συσκευασμένο, πρώτο 
 τραπέζι πίστα εκεί μπροστά!
ΑΝΤΡΑΣ: (χωρίς πολλή σιγουριά) Κόψε το παραμύθι ρε ασφαλιστή...
ΜΑΝΟΣ: (τον κόβει) Και δε σου φαινόταν ρε μουρνταράκο.  Κι η κυρά; Τα παιδιά;
ΑΝΤΡΑΣ: (ένοχα) Την έχουν τη βολή τους αυτοί.
ΜΑΝΟΣ: (κάθετος) Ναι αλλά τα νέα μαθαίνονται...Και θα σε καταραστούν.
ΑΝΤΡΑΣ: (πανικοβάλλεται) Έχει γούστο;
ΜΑΝΟΣ: Ησυχία δε θα βρίσκεις στα συννεφάκια σου λέω...(απόλυτος) Η σύζυγος βάζω δικαιούχος εδώ και δε θέλω κουβέντα.
ΑΝΤΡΑΣ: (συνέρχεται απ΄ την έκπληξη και προειδοποιητικά) Άλλαξε το, άλλαξε το είπα!
ΜΑΝΟΣ: (κοιτάζοντάς με με απόγνωση) Ε ρε μανία με τις εξαιρέσεις κι αυτή η ψυχολόγα η Δόμνα! Άκου, μόνο τα παιδιά του σκέφτεται ο Έλληνας! 
Ο Μάνος ξύνει το κεφάλι του.
ΜΑΝΟΣ: Λοιπόοοοον. Από βδομάδα, περνάω από το ζαχαροπλαστείο..
ΑΝΤΡΑΣ: (ειρωνικά) Για να αγοράσεις γλυκά;
ΜΑΝΟΣ: Για να σκαρώσουμε ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, γι αυτή τη Γκαλίνα απ΄ το Γκομενιστάν ντε.
ΑΝΤΡΑΣ: (κάθετος) Αυτό που έγραψες θα αλλάξουμε είπαμε.
ΜΑΝΟΣ: (κάθετος) Αυτό που υπόγραψες, χαλάλι για τη νόμιμη οικογένεια αποφασίσαμε..
ΑΝΤΡΑΣ: (μουλαρώνει) Μόνος σου τ’ αποφάσισες...Εγώ που πλερώνω αποφασίζω!
ΜΑΝΟΣ: Εγώ είμαι ο σύμβουλος ασφάλειας σου όμως. Και σ’ έσωσα! Αχάριστε! (ανοίγει το χέρι του σα να τον μουντζώνει) Πόσα είναι αυτά;
ΑΝΤΡΑΣ: (νεύρα) Με μουντζώνεις ρε;
ΜΑΝΟΣ: (επιτακτικά) Πόσα είναι ρώτησα.
ΑΝΤΡΑΣ: (δυσπιστώντας) Πέντε!
ΜΑΝΟΣ: (βλοσυρά) Όραση καλή σημειώνω στα κιτάπια μου! Πότε πέρασες τελευταία φορά ΚΤΕΟ αλήθεια;
ΑΝΤΡΑΣ: (δυσανασχετεί) Τα αυτοκίνητα τα έχω ασφαλισμένα σε φίλο! Ξέχνα τα αυτά!
ΜΑΝΟΣ: Εσύ πότε πέρασες ΚΤΕΟ σε ρώτησα.
ΑΝΤΡΑΣ: (απορία) Εγώ;¨Εφγαλε κανά νόμο η Μπριρμπίλη να περνάνε κι οι...συναξοιούχοι ΚΤΕΟ;

ΜΑΝΟΣ: (δυσανασχετεί) Τσεκ απ εννοώ μωρέ.
ΑΝΤΡΑΣ: Αααα! Πέρσι. Όλα καλά! Όλα καλά!
ΜΑΝΟΣ: Υπόγραψε εδώ.
Ο ΑΝΤΡΑΣ παίρνει το στυλό και υπογράφει με τρεμάμενο χέρι και το Μάνο να παρακολουθεί:
ΜΑΝΟΣ: (ειρωνικά) Όλα καλά, εκτός απ΄ την Πάρκινσον!
ΑΝΤΡΑΣ: (υπολογίζοντας νοερά) Για καμιά εκατοστή το πολύ χιλιάρικα, έλεγα για την οικογένεια μωρέ.
ΜΑΝΟΣ: (απόλυτος) Κουτί τους ήρθαν τα τετρακόσια. Από εκατό χιλιάρικα ανά τεμάχιο.
ΑΝΤΡΑΣ: (αποφασιστικά) Πολλά είναι. Τ’ ακυρώνουμε.
ΜΑΝΟΣ: Ότι πεις. Το ακυρώνουμε. (πονηρά) Χάνεις την προκαταβολή όμως.
ΑΝΤΡΑΣ: (τσαντίλες) Το κέρατό  μου. 
ΜΑΝΟΣ: Σκάσε ρε μέσα στην εκκλησιά!
ΑΝΤΡΑΣ: Ήμαρτον Παναγία μου!

ΜΑΝΟΣ: (γαλιφιά ) Ναι αλλά κάτι καντήλια, να θα σ΄ ανάβουν με το συμπάθιο, όταν θα είσαι στον τόπο το χλοερό.
ΑΝΤΡΑΣ: (συμβιβάζεται) Να σου πω... Καλύτερα να στ’ ανάβουν, παρά να στα κατεβάζουν τα καντήλια.
ΜΑΝΟΣ: (πανηγυρικά) Κι έτσι, θα φτάσεις μέχρι τα βαθιά γεράματα...Και δε θα δεις το όνομά σου, σε κανά συμβόλαιο θανάτου!
ΑΝΤΡΑΣ: (δύσπιστα) Α, μπα! 
ΜΑΝΟΣ: Αλλιώς, το κοράκι απ΄το Γκομενιστάν θα...επισπεύσει την αποδημία σου.
ΑΝΤΡΑΣ: (σιγουριά) Δεν είναι τέτοια η Γκαλίνα.
ΜΑΝΟΣ:(πανηγυρικά) Ναι καλά! Πέρνα απ΄την ασφαλιστική, να σου δείξω καμιά δεκαριά επικηρυγμένες! Που δεν έδειχναν τέτοιες στην αρχή!
ΑΝΤΡΑΣ: (το πολεμάει χαλαρά) Θα περάσω ρε!
ΜΑΝΟΣ: (ξύνοντας το κεφάλι του και πανηγυρικά) Και για τη Γκαλίνα σου απ΄το Γκομενιστάν, σου έχω έτοιμη λύση ο τεράστιος!
ΑΝΤΡΑΣ: (δύσπιστα) Ναι ε;...
ΜΑΝΟΣ: Ναι, ναι! Παίρνεις το πρόγραμμα ...ξεσκατίσματος γι αυτήν κι ‘χεις ήσυχο το κεφαλάκι σου..
ΑΝΤΡΑΣ: (απορία) Πρόγραμμα ξεσκατίσματος; Τι είναι ετούτο πάλι;
ΜΑΝΟΣ: (δυσανασχετώντας) Συνταξιοδοτικό πρόγραμμα είναι. Για κάτι πιτσιρίκες τύπου Γκομενιστάν.
ΑΝΤΡΑΣ: Με το συμπάθιο, αλλά δεν κατάλαβα.
ΜΑΝΟΣ: (αργά) Πρόσεξε γιατί δε θα στα ξαναπώ. Για να πάρει το Γκομενιστάν σου σύνταξη στα δικά του εξήντα, (και τον κόβει) και στο δικό σου ένα έτος φωτός....
ΑΝΤΡΑΣ: (αδημονία) Ναι, ναι...
ΜΑΝΟΣ: Θα πρέπει να σε ξεσκατίζει μέχρι τα βαθιά γεράματα.
ΑΝΤΡΑΣ: (πελαγωμένος) Σίγουρο αυτό;
ΜΑΝΟΣ: Δαγκωτό!
ΑΝΤΡΑΣ: (δύσπιστα) Δεν πας να με ρίξεις έτσι;
ΜΑΝΟΣ: (τα παίρνει) Αν την κάνεις πριν τα... εκατόν είκοσι για πάνω ρε ...χουλιγκάνε, ποιος θα πληρώνει τις δόσεις του συμβολαίου της Γκαλίνας σου κάθε χρόνο;
ΑΝΤΡΑΣ: (βραχυκυκλώνεται) Είναι κι αυτό!
ΜΑΝΟΣ: Μη στάξει και μη βρέξει θα σ΄ έχει. Φώτιση όχι αστεία σου ‘δωσε ο Θεός! Έναν πήρε μαζί του σήμερα, έναν σώζει!
ΑΝΤΡΑΣ: (ξεφυσάει) Τέλος πάντων. Πέρνα απ΄ το ζαχαροπλαστείο να το ξανασκεφτώ όπως με μπέρδεψες τώρα.
Ο Μάνος, ξεκολλάει απ΄ το μπλόκ και του δίνει ένα αντίγραφο.
ΜΑΝΟΣ: (σηκώνεται) Πάω να ψάξω τη χήρα του δικού μου τώρα να της δώσω την επιταγή της...
ΑΝΤΡΑΣ: (υποτονικά) Γεια.
ΜΑΝΟΣ: (ξανακάθεται) Δε θέλω να σε βλέπω στενοχωρημένο όμως. Αυτό επιβάλει...το fair play για την οικογένεια! (και του χτυπάει φιλικά την πλάτη)
ΑΝΤΡΑΣ: (ξεφυσώντας) Με τούμπαρες μπαμπέσικα ρε ασφαλιστή! Με δυο συμβόλαια μ΄ αφήνεις αμανάτι!
ΜΑΝΟΣ: (συνοφρυώνεται) Δεν πιστεύω να μιλάς σοβαρά;
ΑΝΤΡΑΣ: Εμ τι πλάκα κάνω; Το δικό σου έκανες στο τέλος...
O Μάνος εντελώς απροσδόκητα, πιάνει το συμβόλαιο και το σκίζει τελετουργικά στα τέσσερα...Και του δίνει τα αποκόμματα στα χέρια. Βγάζει και του δίνει και την προκαταβολή...Υπό τα έκπληκτα μάτια του άντρα.
ΑΝΤΡΑΣ: (σα χαμένος) Τι κάνεις τώρα ρε ασφαλιστή;
ΜΑΝΟΣ: (αινιγματικά) Του κεφαλιού μου! Εγώ φίλε μου, σεμινάρια πωλήσεων κάνω μόνο σήμερα... Εκκλησιές δεν κλέβω...Όπως εσύ την φαμίλια....
ΑΝΤΡΑΣ: (ένοχα) Δεν ...σε καταλαβαίνω μα την Παναγιά....
ΜΑΝΟΣ: (με στόμφο) Μόνος σου θα με ψάξεις μεθαύριο! Φύλαξε την κάρτα μου μόνο. Άντε για!
Ετοιμάζεται να φύγει κι ο άντρας σηκώνεται και του πιάνει το χέρι..
ΑΝΤΡΑΣ: (το μετριάζει) Βάστα ρε φίλε...Μια κουβέντα είπαμε...Αμέσως κι εσύ πια...
ΜΑΝΟΣ: (κοντοστέκεται) Αν είναι για μια κουβέντα, αλλάζει...Μέχρι τη Δευτέρα που θα έρθω στο ζαχαροπλαστείο, να κατασταλάξεις για την Γκαλίνα όμως...Εντάξει;
ΑΝΤΡΑΣ: Θα περάσεις έτσι;
Ο Μάνος κάνει μια αδιόρατη κίνηση του χεριού του και φεύγει αγέρωχος, κάνοντας τελετουργικά και το σταυρό του,  πριν κάνει μεταβολή για να φύγει! Τον πήρα το κατόπι  τρέχοντας, πεπεισμένος πως δεν έχω τα  τυπικά προσόντα να γίνω πωλητής!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου