Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΜΟΥ

Όπως οδηγούσα,  το δανεισμένο απ΄ τον φακελάκια γιατρό φίλο μου  ...αγροτικό  του jeep 4Χ4, πηγαίνοντας για τα καλωσορίσματα του θείου απ΄την Αμερική στο χωριό, χαμογελούσα ξαναφέρνοντας  στη μνήμη μου,  τις προσταγές  του "κάπταιν φαμίλια" της οικογένειας: Της γιαγιάς Μέλπως. 
Και παραδέχτηκα της μαγκιά της, να με πείσει να ξεσπιτωθώ. Με δανεικά αυτοκίνητα και βενζίνες! Για τα καλωσορίσματα ενός ξενιτεμένου -εδώ και μισό- αιώνα θείου μου!  Ύστερα από πέντε ώρες οδήγησης στα γκράβαρα, έφτασα κατάκοπος στο χωριό.  Έκανα  μπρος-πίσω προσπαθώντας με την όπισθεν, να προσεγγίσω στη μικρή πορτούλα του κήπου. Σε κάποια  στιγμή, μου ξέφυγε   το γκάζι και …κατεδάφισα κι ένα κομμάτι του τοίχου της αυλής. 
Δέκα-δώδεκα τσιμεντογωνιές. Πίσω απ’ τις οποίες, υπάρχει μια παραδοσιακή …οθωμανική τουαλέτα.  Τα ξασπρισμένα οπίσθια του 70χρονου ελληνοαμερικάνου θείου,  αποκαλύφθηκαν στην πολεμίστρα που άνοιξα.
ΘΕΙΟΣ: (έντρομος)Get fact! Help, help.  A criminal... help!
-«Το κέρατό μου» ψιθύρισα  και κατέβηκα, την ώρα που  ο θείος,  μάζευε βιαστικά τα βρακιά του. Στριγγλίζοντας πάντα!
ΘΕΙΟΣ: Help, help...
-Ε, άει στο διάολο κι εσύ μωρέ χέστη· έχασα την υπομονή μου.
ΘΕΙΟΣ: (μέσα απ΄τα δόντια) Get fact· και βγήκε έξω.
-Εγώ σύμφωνα με την κουλτούρα, πρέπει να σου πω: «καλώς μας ήρθες». Και  εσύ ν' αποκριθείς: «καλώς σας ηύρα».
ΘΕΙΟΣ: (φοβισμένα) Eσύ, ποιος δαίμονας είσαι πάλι μωρέ;
-Α, καλά κρασιά! Λοιπόν μπάρμπα, εγώ ένας γείτονας από τον πέρα μαχαλά είμαι . Και βιαστικός.
ΘΕΙΟΣ: (κοιτάζοντας τα χαλάσματα) Την είδα τη βιά σου…
-Μη χολοσκάς...Θα σου στείλω έναν Αλβανό, να το φτιάξει το ντουβάρι·  του είπα με σιγουριά κι έκανα βήματα πίσω. Μέχρι που στη γωνία του χωματόδρομου, εμφανίστηκε η γιαγιά η Μέλπω! Με μια δίμετρη  μαγκούρα στο χέρι, σαλαγώντας καμιά πέντε-έξι γαλοπούλες. Στα 103 της χρόνια παρακαλώ  η αθεόφοβη η... βουκόλα.
-Δε μας παίρνει πλέον· νταγιάντισα τον εαυτό μου. Πλάκωσαν οι …προστάτιδες δυνάμεις.
ΓΙΑΓΙΑ: (κοιτάζοντας την τουαλέτα και υποχθόνια) Σεισμό έκανε πάλι;
- Όπως σου το υποσχέθηκα, ήρθα γιαγιά Μέλπω. Και την αγκάλιασα.
ΓΙΑΓΙΑ:  Και μας κουβάλησες και το σεισμό απ΄την Αθήνα κακό χρόνο να 'χεις· με ειρωνεύτηκε.
ΘΕΙΟΣ: Εμένα κόντεψε να σκοτώσει...Εμένα που με βάζεις; παραπονέθηκε κι ο Αμερικάνος. 
ΓΙΑΓΙΑ: (κοιτάζοντας μας απαξιωτικά) Καμάρωσε ορέ σόι, κάτι άντρες που θρέφεις...
ΘΕΙΟΣ: (απορημένα) Σόι;
ΓΙΑΓΙΑ: O Αμερικάνος με κατεβασμένα τα πανταλόνια του και ο Αθηναίος, με τα φουστάνια, έτοιμος να κόψει λάσπη.
ΘΕΙΟΣ: (λάμποντας) Α! Ο Βασίλης!
ΓΙΑΓΙΑ: Ο Βασίλης ντε. Το σογγάρι της φαμίλιας. (περιεργάζεται την τρύπα) Ακόμα δεν έμαθε να οδηγάει …
- Ακόμα να τις κλείσεις τις λακκούβες έξω απ΄ την πόρτα!
ΓΙΑΓΙΑ: (ειρωνικά) Να μας έρθεις και το καλοκαίρι που θα γκρεμίσουμε και το παλιό σκολειό ρε σογγάρι.
-Δεν θα το παραλείψω.
ΓΙΑΓΙΑ: Κι αντί για ένα χεράκι, εσύ να βάλεις ένα…τζίπ στο γκρέμισμα .
-Μη μου πεις πως το…. κρυφό σου σκολειό, είναι ακόμα όρθιο ρε Μέλπω; προσπάθησα να χαλαρώσω.
ΓΙΑΓΙΑ: Τα δικά μας το σκολεία κανένας δεν τα πειράζει. Εσείς βρωμίζετε τα σκολειά της Αθήνας.. Με τα συνθήματά σας.Και τα πλερώνουμε απ΄ τους φόρους μας όπως λέει κι ο Πλεύρης....
-Έλα μου;...Εσύ δεν είσαι που περηφανεύεσαι  ρε γιαγιά, πως δεν έκανες ποτέ φορολογική δήλωση· την κάρφωσα.
ΜΕΛΠΩ: Απ΄ τους φόρους (και γυρνώντας στο θείο) πως τα είπες κιόλας αυτά τα ...στραγγίσματα, εσύ μπρε;
ΘΕΙΟΣ: (με υφάκι)  Έμμεσους φόρους. Έμμεσους!
ΜΕΛΠΩ: (ικανοποιημένη) Απ΄ τ΄ αυτούς!
ΘΕΙΟΣ: (συγκαταβατικά) Εντάξει μωρέ. Δεν έγινε  τίποτα...
ΓΙΑΓΙΑ: (αυστηρά) Όταν ξαναχέσεις και σε καμαρώνει το μισό χωριό, τότε να μου το ξαναπείς πως δεν έγινε τίποτα.
- Αμάν πια ! Ανατολικό ζήτημα το κάναμε. Πέντε τσιμεντογωνιές έπεσαν· προσπάθησα να το κλείσω.
ΘΕΙΟΣ: Θα το βολέψουμε.
ΓΙΑΓΙΑ: Άντε τσακιστείτε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου τώρα. Λιπόψυχοι. E λιπόψυχοι. (και με έσπρωξε με την μαγκούρα της , πάνω στο θείο )
ΘΕΙΟΣ:  Έλα να αγκαλιαστούμε ρε... απόγονε.
ΓΙΑΓΙΑ: Άντε και θα νυχτωθούμε…Έχετε να πάτε κι απ΄ τα αμπελοχώραφα,  όσο έχει φως η μέρα…
Υπό την πίεση της μαγκούρας, αγκαλιαστήκαμε.
ΓΙΑΓΙΑ: Εγώ, πάω να βρω καμιά λινάτσα, για να βουλώσουμε το ανδραγάθημα του δισέγγονου…
-Να βάλουμε πρόχειρα, ένα εικονοστάσι που έχω  στο αυτοκίνητο; τους χαμογέλασα.
ΘΕΙΟΣ: (απορημένα) Εικονοστάσι; Δώρο εικονοστάσι μας έφερες μωρέ;
-Οι ξενιτεμένοι φέρνουν δώρα…Και μάλιστα οι καπιτάλες της Αμερικής· τον κάρφωσα.
ΘΕΙΟΣ: Τι εικονοστάσι μας έφερες αλήθεια  ανιψιέ;
-Σαν αυτά που θεμελιώνουμε στο δρόμο, όταν παίζουμε τα συγκρουόμενα στην εθνική οδό· τον μπέρδεψα χειρότερα.
ΘΕΙΟΣ: I don’t understand.
ΓΙΑΓΙΑ: (απειλητικά) Αν ξαναλαλήσεις αλαμπουρνέζικα, δεν έχει φαί σήμερα.
ΘΕΙΟΣ: (συμμαζεμένα) Εντάξει, εντάξει. 
-Εγώ θα ξεκουραστώ καμιά ωρίστσα· τους προειδοποίησα και φορτώθηκα το σάκ βουαγιάζ!
ΘΕΙΟΣ: Με το δίκιο σου! Ύστερα από τόσο ταξίδι.
ΓΙΑΓΙΑ: (κάθετη) Θα πάτε στα αμπελοχώραφα πρώτα είπα!
Επειδή ανάγκα και θεοί πείθονται, φόρτωσα το σακ βουαγιάζ και το  θείο στο τζίπ  και ροβολήσαμε κατά τον κάμπο. Πλησιάσαμε σε ένα ξέφωτο, σταματήσαμε και κατεβήκαμε. Ο θείος αγνάντεψε το χέρσο χωράφι, σημειώνοντας κάτι σε κάποιο χαρτί:
ΘΕΙΟΣ: Καπνό είχε φυτεμένο την άλλη φορά εδώ…
- Ναι, ίσως. Μπορεί· του απάντησα αφηρημένα.
ΘΕΙΟΣ: (απαξιωτικά) Τώρα είναι βακούφικο βοσκοτόπι…
-Τι ακριβώς σημειώνεις στο χαρτί ρε θείε;
ΘΕΙΟΣ: (αόριστα) Κάτι δικά μου.
Το μάτι του θείου ξαφνικά, αλληθώρισε, κοιτάζοντας στην άλλη άκρη του χωραφιού.
ΘΕΙΟΣ: Αυτή εκεί η καρυδιά, στέκεται στην άκρη του γκρεμού, από όταν ήμουν παιδί..
-Εμ, σκληρά καρύδια…οι καρυδιές.
ΘΕΙΟΣ: (ονειροπόλα) Τι μου θυμίζει τώρα αυτή η καρυδιά…
-Πόσο  σου έλειψε το χωριό εκεί στην ξενιτιά.
ΘΕΙΟΣ: Και λίγα λες.
- Εμ,  είναι και τόσα χρόνια που δεν ήρθες.
ΘΕΙΟΣ: Kαι το απωθημένο μου εκεί στην ξενιτιά, ήταν μια ζωή, οι γέρικες καρυδιές και τα ψηλά πλατάνια ξέρεις...
- Και γιατί απωθημένο παρακαλώ;
ΘΕΙΟΣ: Γιατί μας απαγορεύουν το…χέσιμο από τα κλωνάρια τους στο γκρεμό· συνέχισε με έξαψη!
-Μη χέζεστε άλλο. Χέστε το σύστημα· τον κολάντρισα.  Αναρχικό μεν,  ταμάμ για την περίπτωσή σου δε!
ΘΕΙΟΣ: (ζαχαρώνοντας την καρυδιά ) Τι λες; Θα με βοηθήσεις να θυμηθώ τα νιάτα μου;
-Απαπαπαπαπα. Ούτε για πλάκα.
Αν και του το ξέκοψα, ο  θείος, έκανε ήδη μια αποτυχημένη προσπάθεια να αγκιστρωθεί στον κορμό της.
- Τζάμπα κόπος. Μήτε η καρυδιά, μήτε η αφεντιά σου, βρίσκεστε στην πρώτη σας νιότη σου θυμίζω….
ΘΕΙΟΣ: Αλλά δε θα της περάσει της καρυδιάς! πείσμωσε.
-Δεν πρόκειται να σ΄αφήσω να καβατζάρεις στο δέντρο, τον κώλο σου κάτω να χτυπάς.
ΘΕΙΟΣ: (παρακλητικά) Στο ένα μέτρο να ανέβω μόνο. Στο φως μου: Μέχρι τη διχάλα…
- Είπα όχι....
ΘΕΙΟΣ: (παρακλητικά) Έλα τώρα μωρέ. Οποιοσδήποτε άλλος απ΄το σόϊ, θα μου την έκανε τη χάρη.
-  Ξαναέλα αύριο με κανά τρακτέρ και με κανάν άλλο απ΄το σόι,  για να κάνεις τον κασκαντέρ...
ΘΕΙΟΣ: (περίσκεψη) Μια κουβέντα είναι. Γιατί το έμαθαν πως έκανα τη διαθήκη μου...
-Πράγμα που σημαίνει;
ΘΕΙΟΣ: Πως δεν το 'χουν και σε τίποτα , να μου τη δώσουν τη σκουντιά.
-Σε τρανή εκτίμηση το έχεις το σόι και του λόγου σου βλέπω· το διασκέδασα.
ΘΕΙΟΣ: Τώρα που τακτοποίησα και τη διαθήκη μου στην πατρίδα, όλα πρέπει να τα λογαριάζω…
-Εκτός από μένα. Εμένα με βγάζεις απ΄ τους λογαριασμούς σου. Και δε ρίχνεις με κάτι τέτοια.
ΘΕΙΟΣ: (πονηρά) Άνεργος είσαι εδώ και κανά δυο χρόνια μου είπε η γιαγιά.
-Άνεργος αλλά πάντα περήφανος! αμύνθηκα.
ΘΕΙΟΣ: Άμα σου πω, τι σου έγραψα στη διαθήκη μου όμως, θα μαλακώσεις…
- Δεν ανεβαίνεις στην καρυδιά είπα. Τελεία.
ΘΕΙΟΣ: (λιώνει) Τόσο δα μωρέ! Να , μέχρι τη διχάλα.
-Φύγαμε! Για  τα άλλα αμπελοχώραφα. Όσο έχει φώς!
ΘΕΙΟΣ: (απογοητευμένα) Καλά μου το έλεγε η Μέλπω, πως άλλαξες και σκλήρυνες…
-Η Μέλπω έχει το ακαταλόγιστο· εναντιώθηκα. Άσε κατά μέρος τις γαλιφιές λοιπόν και δεν αλλάζω γνώμη…
ΘΕΙΟΣ: (το ξαναπολεμάει) Στο ένα μέτρο θα καβανζάρω μόνο . Ίσα-ίσα, να μη πατάω στη γη…. Μα την πίστη μου!
- Ρε κακό μπελά που βρήκαμε· ξεφύσησα. Σου κατεδάφισα και την τουαλέτα να πάρει η ευχή να πάρει.
ΘΕΙΟΣ: (αδράχνει την ευκαιρία) Και μ' έκοψες και στη μέση το χέσιμο. Άντε να ανέβω, να ρεφάρουμε.
- Μόνο στο ένα μέτρο  όμως. Πόντο παραπάνω· λύγισα!
ΘΕΙΟΣ: (περιχαρής) Ε, τι; Παιδιά είμαστε; Στ’ ορκίζομαι.
-Μείνε εδώ, μέχρι να φέρω το τζιπ.Μη το κουνήσεις!
ΘΕΙΟΣ: (θυμωμένα) Αλλά θα το τραβήξεις μόλις ανέβω. Να σημαδεύω τον γκρεμό. Μη μαγαρίσουμε και το κάρο.
-Στο τζίπ, έχω μια δίμετρη σκαλίτσα. Μη κουνηθείς μέχρι να τη φέρω, γιατί θα το πάρω πίσω. Εντάξει;
ΘΕΙΟΣ: (τρίβοντας τα χέρια του) Το είπαμε.
-Γιατί είμαι τόσο καλός που να πάρει ο διάολος· αναρωτήθηκα φωναχτά κοιτάζοντας και πίσω όσο απομακρυνόμουνα…Πήγα καβάλησα το τζίπ και ξαναγύρισα στην καρυδιά. Μα άφαντος ο θείος. Έσκυψα  αριστερά δεξιά στο τιμόνι, κοίταξα και στα κλαδιά της καρυδιάς μα θείος πουθενά.
- Έχει γούστο; μ' έλουσε κρύος ιδρώτας.
 Φτάνω  μέχρι το χείλος του γκρεμού και από κάτω, αντικρίζω ανάσκελα το θείο και ένα βοσκό από πάνω του.
- Όχι ρε πούστη μου· χτύπησα με απόγνωση το κούτελό μου. Κατέβηκα με τις μπάντες το ανάχωμα.
-Τι σκατά έγινε ρε φίλε;
ΒΟΣΚΟΣ: Όπως το είπες. Σκατά!
- Θείε… Ρε θείε· τον σκούντηξα με ελπίδα αλλά μάταια. Πως έγινε, είδες τίποτα; ρώτησα το βοσκό.
ΒΟΣΚΟΣ: Απ’ την καρυδιά ανασκελώθηκε…
- Ανέβηκε πάνω;
ΒΟΣΚΟΣ: Ναι ρε ο μπεζεβέγκης.
- Μόνος του όμως έπεσε. Το είδες αυτό. Έτσι;
ΒΟΣΚΟΣ: Το είδαμε. Κι εγώ και τα πρόβατα…
- Μάλιστα...Κι εσύ και τα πρόβατα! Και θα το πείτε όπου χρειαστεί.  Εντάξει;
ΒΟΣΚΟΣ: Ναι… Χαρά στους κληρονόμους του τώρα.
-Είναι τόσο άσχημα ο θείος μου λες;
ΒΟΣΚΟΣ: Γιατί, μάτια δεν έχεις;
- Δεν τα είχα την ώρα που χρειάζονταν ρε γαμώτο.
ΒΟΣΚΟΣ: Ε, δε φταις σε τίποτα κι εσύ μωρέ. Όλα τα είδα….
-Και τα είδες και τα άκουσες μήπως;
ΒΟΣΚΟΣ: Σε άκουγα που τον απόπαιρνες….
- Δόξα τω Θεώ· σταυροκοπήθηκα.
Έπιασα το κινητό μου αλλά δεν είχε σήμα. Ευτυχώς που  είχε σήμα το κινητό του βοσκού.   Και κάλεσα ασθενοφόρο. Ύστερα απο κανά δίωρο, έφτασε επιτέλους. Βάλαμε  το θείο στην καμπίνα και έκατσα δίπλα του.
-Πως τα βλέπεις τα πράγματα ντόχτορα; τον ρώτησα την ώρα που του σταθεροποιούσε το κολάρο και του ξανάπαιρνε την πίεση.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Για να μη συνέρχεται ύστερα από τρεις ώρες, τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους.
-Το καλύτερο που θα μπορούσαμε να περιμένουμε; τόλμησα.
ΓΙΑΤΡΟΣ: (στεγνά) Να πεθάνει.
-Αυτό είναι το… καλύτερο δηλαδή; το συνειδητοποίησα.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Γι αυτό  και μόνο να προσεύχεσαι..
-Τι χειρότερο υπάρχει  απ΄ αυτό δηλαδή;
ΓΙΑΤΡΟΣ: Ο εγκεφαλικός θάνατος!
-Ο …μισός θάνατος· το εμπέδωσα μια και καλή.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Το ξέρεις πως ένας άνθρωπος κλινικά νεκρός, μπορεί να πάει και χρόνια με τα μηχανήματα …Έτσι;
-Τώρα μάλιστα.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Ελληνο-αμερικάνος είναι μου είπε ο τσομπάνης.
-Ελληνάρα είναι. Χρόνια στην Αμερική όμως….
ΓΙΑΤΡΟΣ: (ξερά) Αν βαστιέται πάντως, η ιατρική μπορεί να σας τον κρατήσει ζωντανό, για όσο καιρό γουστάρετε …
-Άσε και μη σκεφτόμαστε τέτοια πράγματα, τέτοιες ώρες…Μπορεί και να καταλαβαίνει!
ΓΙΑΤΡΟΣ: Πως έγινε; Γλίστρησε (και χαμηλόφωνα) ή μήπως έφυγε … από καμιά σκουντιά στο γκρεμό ο βασταγμένος;
- Στο…crash test της καρυδιάς κάτι στράβωσε ...μω την ατυχία μας.
ΓΙΑΤΡΟΣ: (δύσπιστα) Σίγουρα;
-Έχω και μάρτυρες ρε! συνειδητοποίησα ακαριαία και την άλλη διάσταση του πράγματος.
Φτάσαμε στο νοσοκομείο και πήραν το θείο στην εντατική. Ούτε ξέρω πόσες ώρες ή  μέρες περίμενα απ΄έξω...Σε κάποια στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν στιγμιαίο ύπνο, είδα δίπλα μου στο παγκάκι τη γιαγιά τη Μέλπω.
-Γιαγιά να σου εξηγήσω· ξεκίνησα να απολογούμαι.
ΓΙΑΓΙΑ: Δε χρειάζεται. Τα έμαθα όλα απ΄τον Αλβανό μπιστικό...Μόνος του έπεσε.
- Επέμενε να ανέβει στην καρυδιά ο αθεόφοβος. Κι εγώ ο ηλίθιος υπέκυψα...
ΓΙΑΓΙΑ: 48 ώρες μετά και  δε  λέει να τ’ ανοίξει το ματάκι του  κι αυτός ο μπαγλαμάς!
-Έχω 48 ώρες εδώ απ΄έξω; προσγειώθηκα ανώμαλα.
ΓΙΑΓΙΑ: Το βράδυ θα κάνει ο ξάδερφός σου βάρδια. Το κανόνισα.
-Εσύ, κακώς ταλαιπωρείσαι γιαγιά.Καριέρα θα κάνουμε εδώ απ΄έξω είπε ο γιατρός...Φτάνει ο ένας.
ΓΙΑΓΙΑ: Να πάω απ’ τον συμβολαιογράφο τότε, για να δω τι σκατά θα κάνουμε  και με τη διαθήκη.
-Μια διαθήκη απ΄ότι ξέρω, ανοίγει ύστερα από μια κηδεία. Ετούτος ο ταλαίπωρος, είναι ακόμα ζωντανός· την αποπήρα.
ΓΙΑΓΙΑ: Έννοια σου κι έχουμε κοντά μας, πέντε απ’ τους καλύτερους δικηγόρους που το ψάχνουν το πράμα…
-Ποιο ….πράγμα ψάχνουν οι δικηγόροι δηλαδή;
ΓΙΑΓΙΑ: Αν μπορεί να ανοίξει μια διαθήκη, χωρίς να τα κακαρώσει αυτός που την έφτιαξε, για να πάρουμε προκαταβολή για τα φακελάκια.
-Αχά. Και το ψάχνουν πέντε δικηγόροι είπες; Που τους βρήκατε μάνι-μάνι ρε γιαγιά τους πέντε δικηγόρους;
ΓΙΑΓΙΑ: Αυτοί μας βρήκαν. Απ΄ την Αθήνα.
- Σάλεψες ρε Μέλπω; Τι βλακείες είναι αυτές που μου λες;
ΓΙΑΓΙΑ: Η Μέλπω τετρακόσια τα ‘χει. Μόλις μαθεύτηκε πως ο θείος σου, έχει κάνει τα κουμάντα του κι έχει και το κατιτίς του στη μπάντα...
-Ναιιιιιιιιιιιιιι…
ΓΙΑΓΙΑ: Μας τηλεφωνούσαν μοναχοί τους ένας-ένας. Για να μας αναλάβουν.
- Κιόλας; ... Κοίτα να δεις σουξέ το χωριό φίλε μου. Φαντάζομαι και τι μας ζήτησαν όμως…
ΓΙΑΓΙΑ: Τίποτα δε γύρεψαν. Να βγαίνουν στην τηλεόραση μόνο γύρεψαν.
-Αυτό μόνο; τα έχασα.
ΓΙΑΓΙΑ: Και να πεθαίνουν οι γιατροί τα… εργαλεία, με το μαλακό…
- Μάλιστα. Κατάλαβα… Ε ρε Θεέ, δεν βλέπεις πόσο ξεστράτισαν τα απολωλότα σου στη γη; σήκωσα μάτια και χέρια κατά τον ουρανό.
ΓΙΑΓΙΑ: Αγωνίζονται να βρουν μια τρύπα τώρα οι δικηγόροι. Αυτό ανάφεραν στον άλλο σου θείο..
-Τρύπα; Τι τρύπα; Νομικό κενό μήπως ψάχνουν;
ΓΙΑΓΙΑ: Άντε γεια σου.
-Κοίτα να δεις κάτι πράγματα. Όλο το βαρύ πυροβολικό του δικηγορικού συλλόγου της Αθήνας, δίπλα μας.
ΓΙΑΓΙΑ: Και δε γύρεψαν και τίποτα.
-Ε, όχι και δεν γύρεψαν και τίποτα. Ξέρεις πόσο κοστίζει η κάθε μέρα στην εντατική, για έναν ανασφάλιστο όπως ο θείος καλή ώρα;
ΓΙΑΓΙΑ: (απορημένα) Κι οι δικηγόροι τι μας φταίνε άμα θέλει καιρό να …σιτέψει εκεί μέσα ο θείος;
-Εμείς θα τον κρατάμε ζωντανό όμως με τα φακελάκια, για να καμακώνουν οι δικηγόροι πελάτες απ΄ την τηλεόραση. Κατάλαβες τώρα; εκτονώθηκα.
ΓΙΑΓΙΑ: (καθησυχαστικά) Έχει παράδες στην άκρη ο θείος…
 (συνωμοτικά) Οι κληρονόμοι συμφώνησαν, να βάλουν τα λεφτά για τους κομπογιαννίτες, απ’ τα μερίδια τους…
-Το σόι βλέπω, τον κήδεψε κιόλας το δύστυχο· αγανάκτησα.
ΓΙΑΓΙΑ: Για σένα θυσιάστηκε το σόι. Για να μη πλερώνεις μόνος σου.
-Αλήθεια εδώ στο χωριό, τους ….βασταγμένους, τους ρίχνετε ζωντανούς στον τάφο ρε Μέλπω;
ΓΙΑΓΙΑ: (αφοπλιστικά) Ποιούς  ζωντανούς;
-Αυτό να μου πεις· έπεσα.  Και ο συμβολαιογράφος, τι ακριβώς θα κάνει;
ΓΙΑΓΙΑ: Περιμένει να του πει το δικαστήριο της Αθήνας αν μπορούμε να ανοίξουμε τη διαθήκη, χωρίς να τα κακαρώσει ο θείος είπαμε.
- Μάλιστα… Τυμβωρυχία και με τη βούλα λοιπόν.
ΓΙΑΓΙΑ: (θυμόσοφα) Ευτυχισμένος θα πάει  όμως. Του πραγματοποίησες και την τελευταία του επιθυμία….
-Ποιος εγώ;
ΓΙΑΓΙΑ: Είδες, ξέχασα να στο ρωτήσω κιόλας. Την ….ανάγκη του, την είδατε… σκορπισμένη εκεί τριγύρω ;
- Άντε, παράτα μας ρε γιαγιά στο ζόρι μας. Τα …σκατά μας μάραναν; νευρίασα άσχημα.
ΓΙΑΓΙΑ: (αγανακτισμένα) Ε πως ρε χαμένε, να μη  ξέρουμε αν πήγε από… χέσιμο ή από… πέσιμο ο αμερικάνος;
- Χέσε με κι εσύ τώρα είπα.
ΓΙΑΓΙΑ: (περίλυπη) Ρεζίλι θα γίνουμε στο χωριό, αν δεν ξέρουμε να τους πούμε και από τι πήγε…
- Να χέσω τα ήθη και τα έθιμα σας!τα πήρα στο κρανίο.
ΓΙΑΓΙΑ: Εκείνος ο αχαΐρευτος ο γιός της Δήμαινας τι  είπε;
-Ποιος;
ΓΙΑΓΙΑ: Ο συγχωριανός μας ο Μιλτιάδης ντε. Που κάνει και το γιατρό εδώ μέσα…
-Ο Μίλτος, είναι ακτινολόγος ρε γιαγιά. Τι να μας πει ένας ακτινολόγος, για το χάλι του θείου.
ΓΙΑΓΙΑ: Ναι αλλά είναι στα μέσα και στα έξω. Εκείνος λένε οι χωριανοί, κανονίζει τις ταρίφες εδώ. Δεν σε πλησίασε ακόμα;
-Σαν να τον πήρε το μάτι μου κάπου...Αλλά όχι δε μου μίλησε. Τις γνωματεύσεις των νευρολόγων ψάχνουμε εμείς τώρα. 
ΓΙΑΓΙΑ: Καλά τότε. Ας μας το πουν οι νευρολόγοι αν πήγε από… πέσιμο ή από χέσιμο. Α να κι ο Μιλτιάδης...Πιάστον απ το λαιμό.
Δε χρειάστηκε να τον πιάσω από κανέναν λαιμό γιατί  ο Μίλτος, ήρθε καρφωτός προς το μέρος μας, τείνοντας το χέρι του προς εμένα:
ΜΙΛΤΟΣ: Χρόνια και ζαμάνια ρε Βασίλη...
-Χρόνια δε θα πει τίποτα. Εσύ είσαι ο Μίλτος έτσι;
ΜΙΛΤΟΣ: Αυτός είμαι! Πρέπει να πούμε κανά δυο φωνήεντα οι δυό μας.
- Αυτό κάνουμε ήδη ρε Μίλτο.
ΜΙΛΤΟΣ: Ιδιαιτέρως.
Αισθάνθηκα το πάτημα της γιαγιάς στο πόδι μου και το εμπέδωσα μονομιάς:
-Μην ανησυχείς για τη γιαγιά. Δεν ακούει τίποτα.
ΜΙΛΤΟΣ: (αλληθωρίζοντας) Καθόλου-καθόλου δεν ακούει;
- Χριστό δεν καταλαβαίνει σου λέω.
ΜΙΛΤΟΣ: (με βλέμμα που έλαμπε) Τι καθόμαστε τότε;
- Γιατί που έχουμε να πάμε;απόρησα.
ΜΙΛΤΟΣ: Να σας κλείσω ένα ραντεβού με τους ωριλάδες αφού κάθεστε που κάθεστε λέω.
- Αμ να σου πω, καθόμαστε που καθόμαστε σαν τους κούκους εδώ, για πάρε  μια τιμή απ΄τους ωριλάδες για  να έχουμε και  μια ιδέα.
ΜΙΛΤΟΣ: Εφτασεεεεεεεεεεεεεεεεε.
Έβγαλε ένα…πλαστικοποιημένο καταλογάκι μέσα απ’ την μπλούζα του και το συμβουλεύτηκε.
ΜΙΛΤΟΣ: Κανά εξάρι χιλιάρικα χοντρικά ... (κι ανασηκώνοντας το φρύδι) Γι ένα ή για δυο αυτιά ενδιαφέρεστε;
- Για να μην ακούει καθόλου, η …ιατρική που σπούδασες, τι προβλέπει ρε φίλε; Ένα, ή δύο αυτιά; τον κατακεραύνωσα!
ΜΙΛΤΟΣ: (κοροϊδευτικά) Αν μερεμετίσουμε ένα ή δυο αυτιά, δεν είναι θέμα της ιατρικής μου ρε άσχετε. Αυτό, είναι θέμα της οικονομίας που σπούδασες εσύ.
- Η οικογενειακή μας οικονομία, για το ιδιωτικό σας  ΕΣΥ! εκτονώθηκα!
ΜΙΛΤΟΣ: (αυτάρεσκα) Έτσι είναι αυτά. Η ιατρική πάντως, μπορεί να ασχοληθεί και με ένα μόνο αυτί και να μισο-ακούει η γριά.
- Ενώ η οικονομία είναι που θα αποφασίσει, αν είναι δύο τ’ αυτιά, για να ακούει ….καμπάνα η γιαγιά…Σωστός ο ....οικονομολόγος;
ΜΙΛΤΟΣ: (συγκαταβατικά) Έ μη το παραχέσουμε κιόλας.
- Μπαρντόν;
ΜΙΛΤΟΣ: Ε, όχι και να ακούει και καμπάνα η γριά … Μη λέμε κι ότι θέλουμε είπα!
-Α, μάλιστα...Και χωρίς γκαραντί η επέμβαση!
ΜΙΛΤΟΣ: Τι την πέρασες τη γριά ρε φίλε; Ηλεκτρική σκούπα; Για να στην παραδώσει και με γκαραντί η Ιατρική; Ακούστε τι λέει ο άνθρωπος μωρέ!
-Εντάξει ρε το έπιασα· αγρίεψα! Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για τα αποτελέσματα του…. λειτουργήματος των ωριλάδων!
ΜΙΛΤΟΣ:  Η ιατρική, θα το παλέψει ακόμα και για μια γριά!
- Μωρέ την κράση της φοβάμαι μη δεν το παλέψει...Γι αυτό και εξ αδιαιρέτου με την ιατρική, να ‘χουμε και από κοντά και το Θεό…
ΜΙΛΤΟΣ: (απορημένος) Το θεό; Πως και τον θυμήθηκες;
- Εμ,  είναι 103 χρονών ρε Μίλτο...Και θα μας μείνει αμανάτι  πάνω σε καμιά νάρκωση φοβάμαι!
ΜΙΛΤΟΣ: (με καμάρι) Μην ανησυχείς γι αυτό! Οι γιατροί είναι αντιπρόσωποι του θεού εδώ στη γη, λέν'  οι ασθενείς μας.
-Το φακελάκι του…διαβόλου, προκαταβολικά ωστόσο.  
ΜΙΛΤΟΣ: Τα μισά μπροστάντζα, και τα άλλα μισά στο τέλος της επέμβασης .
- Για το θεό που είναι και…μεγάλος, θα βγάλετε κανά μερίδιο ή θα τον ρίξετε στη μοιρασιά ρε κομπογιαννίτη;
ΜΙΛΤΟΣ: (δυσανασχετώντας) Όρεξη έχεις μου φαίνεται...
-Να τον έχουμε αποκούμπι και το θεό για την επέμβασή του ρε μεγάλε αν τα σκατώσετε εσείς στη δική σας επέμβαση....
ΜΙΛΤΟΣ: (στεγνά)   Ένα ή δυο αυτιά θα μερεμετίσουμε τελικά;
-Καλά άστο  γι αργότερα. Μη ανοίγουμε κι άλλα μέτωπα.
ΜΙΛΤΟΣ: (απογοητευμένα) Και τα αυτιά θέλουν άνοιγμα ρε Βασίλη. Και τ΄ έρμα τ’ αυτιά.
- Μαζεύτηκαν πολλά τα αυτιά που θέλουν άνοιγμα Μίλτο μου…Πάρα πολλά· αναστέναξα.
ΜΙΛΤΟΣ: (υποτονικά) Τι; Μη μου πεις πως έχεις κανά κερί στ΄ αυτιά κι εσύ;
-Κατάλαβες πολύ καλά ποια αυτιά εννοώ... Αυτά που δε λένε να ακούσουν και καμιά κραυγή απόγνωσης· τον κάρφωσα.
ΜΙΛΤΟΣ: (χτυπώντας το κούτελό του) Είδες; Το ξέχασα: Τρία χιλιάρικα είναι η ταρίφα μετά την έκπτωση.
-Ποια έκπτωση; απόρησα.
ΜΙΛΤΟΣ: Των ωριλάδων ντε. Λόγω διπλού περιστατικού στο νοσοκομείο μας. Το δεύτερο περιστατικό,  έχει έκπτωση 50%!
- Καλά ρε κομπογιαννίτες και χωρίς να την εξετάσετε τη γιαγιά, πως διάολο τη βγάλατε και τη διάγνωσή σας;
ΜΙΛΤΟΣ: (σεμνά) Στάνταρ πράγματα είν΄ αυτά ρε φίλε.
-Απ΄ την ταρίφα αρχίζετε την ιατρική σας εσείς εδώ ρε ...νομπελίστες της ιατρικής; βγήκα απ΄τα ρούχα μου.
ΜΙΛΤΟΣ: (δυσανασχέτησε) Οι εξετάσεις έπονται της  συμφωνίας λέμε τώρα…
- Αλλά η ταρίφα-ταρίφα και ανεξαρτήτως των εξετάσεων.
ΜΙΛΤΟΣ: (ειρωνικά) Σαν ταχεία βιοψία.Τι λες; Το κλειδώνουμε;
-Α, μπα!  Άστο καλύτερα. Και με τα νοήματα, μια χαρά συνεννοούμαστε…
ΜΙΛΤΟΣ: (εναντιώνεται) Κι η ποιότητα ζωής της γριάς;
- Της γριάς η ποιότητα ζωής ή των…ωριλάδων;
ΜΙΛΤΟΣ: (συμμαζεύεται) Όλων μας.
-Σάμπως πόσα χρόνια της μένουν ακόμα ρε συ; Πεντακόσια νοήματα ακόμα; Χίλια; Θα κάνουμε το σκατό μας παξιμάδι και θα  τα αποκωδικοποιήσουμε.
ΓΙΑΓΙΑ: (μουρμουρίζοντας) Πεντακόσιες να ‘ναι οι ώρες σας κωλόπαιδα.
ΜΙΛΤΟΣ: Εγώ θα πρότεινα, να  της εξασφαλίσετε μια ποιότητα ζωής της έρμης της γριάς· επέμενε φορτικά.
-Μωρέ ξέρεις που κωλώνω;
ΜΙΛΤΟΣ: Που;
-Φοβάμαι μήπως την εξασφαλίσουμε την ποιότητα και ηττηθούμε απ΄ την ποσότητα. Κατάλαβες; …Εκατόν τρία χρόνια ζωής γιόρτασε τις προάλλες…Ένα παγκάρι κεριά!
ΜΙΛΤΟΣ: (με καμάρι) Είδες τι νοσοκομεία έχει η περιφέρεια μας όμως έτσι;
-Ούτε γρίπη δεν πέρασε στη ζωή της σε πληροφορώ. Γι αυτό έζησε τόσο…Γιατί δεν πέρασε ποτέ απ΄ τα χέρια σας· τον προσγείωσα.
Η γιαγιά σηκώθηκε  απ΄ τη θέση της κι απομακρύνθηκε βρίζοντας: «γαμώ το φελέκι σας»
ΜΙΛΤΟΣ: (κάγκελο) Σίγουρα δεν ακούει η γριά ρε φίλε;
-Ναι είπαμε.
ΜΙΛΤΟΣ: Ναι αλλά μας τα έχωσε.
-Δεν θυμάμαι να σου είπα ποτέ πως δε μιλάει· το διασκέδασα.. Και κάτι άλλο ήθελες όμως…
ΜΙΛΤΟΣ: Α, ναι. Πρέπει να συζητήσουμε και για το θανάσιμα.
- Ποιόν Θανάση μας;
ΜΙΛΤΟΣ: Τον θανάσιμα είπα…Τον τραυματισμένο θανάσιμα.
-Τς,τς,τς... Τι κυνισμός είναι αυτός ρε φίλε;
ΜΙΛΤΟΣ: Κεκτημένη ταχύτητα είναι....Επειδή δεν θυμάμαι ονόματα...Κατάλαβες τώρα...
-Ας πούμε· το έκλεισα εκεί.  Αν έχεις κι ένα καλό νέο για τον... θανάσιμα πες μου το. Αλλιώς έφυγες.
ΜΙΛΤΟΣ: Δεν έχω καλά νέα φοβάμαι…
-Κατάλαβα. Για …κερδοφορίες θα μιλήσουμε πάλι…
ΜΙΛΤΟΣ: (με στόμφο) Γιατί ρε παιδιά τον αφήσατε και κατάστρεψε έτσι τον εαυτό του;
- Στην ξενιτιά ζούσε είπαμε.
ΜΙΛΤΟΣ: Και δεν έκανε ποτέ στη ζωή του τσεκ-απ;
- Άντε ξανά μανά με  το marketing· εξοργίστηκα. Φακελάκια, τέλος είπαμε.
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Ναι αλλά αρχίζουν να εκδηλώνονται μαζικές ανεπάρκειες των οργάνων του.
-Ποιανών οργάνων· κώλωσα;
ΜΙΛΤΟΣ: Πρόβλημα με τους πνεύμονες του και τα νεφρά του πλέον… Κάπνιζε κιόλας…
- Στο στόμα του δεν το έβαλε το τσιγάρο· τον πρόσβαλλα όσο περισσότερο μπορούσα…
ΜΙΛΤΟΣ: (κάγκελο) Δεν κάπνιζε; (αλλά το ξαναβρήκε) Θα δούλευε σε περιβάλλον που κάπνιζαν οι άλλοι φαίνεται.
- Τύφλα να ΄χει κι ο μάντης Κάλχας· κάγχασα πλέον.
ΜΙΛΤΟΣ: (πανηγυρικά) Παθητικός καπνιστής εννοούσα ρε παιδάκι μου!
-Μας έπεισες!
ΜΙΛΤΟΣ: Είναι πολύ τυχερός ο Αμερικάνος.
- Αυτός ο τυχερός,  αλλά εσύ ο... κωλόφαρδος!
ΜΙΛΤΟΣ: Με βερεσέδια όμως...
- Κοτζάμ Αμερική, δεν του έφτανε για να την κοιτάξει και τη ρημάδα την υγεία του κι αυτός ο ανεπρόκοπος; οικτίρησα τον εαυτό μου.
ΜΙΛΤΟΣ: (με έπαρση) Γιατί δηλαδή, εμείς δεν του κάνουμε;
- Με τέτοιες ιατρικές…διαγνώσεις, όχι μόνο δε του κάνετε αλλά η κατάρτισή σας , φτάνει μέχρι να τον ξεκάνετε.
ΜΙΛΤΟΣ: (ουδέτερα) Γράψε λάθος για το κάπνισμά του ρε φίλε. Πάντως, θα παίρναμε και μια δεύτερη γνώμη…
- Και θα συγκαλούσαμε ιατρικό συμβούλιο, για να αποφανθούμε αν κάπνιζε ή δεν κάπνιζε ο θείος…Μια ερώτηση ήταν μόνο μωρέ…Μι απλή ερώτηση!
ΜΙΛΤΟΣ: (σεμνά) Μπορεί να άκουσα κι εγώ λάθος όμως.
-Αλλά και ….εμπορικά, είστε ασύμφοροι ρε παιδάκι μου.
ΜΙΛΤΟΣ: (φορτώνει) Αν ήσουνα στην Αθήνα τώρα, ο κούκος αηδόνι θα σας έβγαινε σε πληροφορώ.
- Εγγυημένο αυτό… Στην Ελλάδα, για αηδόνια πληρώνουμε τα φακελάκια και κούκοι μας βγαίνουν οι ασθενείς…
ΜΙΛΤΟΣ: Κι όμως. Στην επαρχία είμαστε φθηνότεροι.
- Κοψοχρονιά και το διαπίστωσα...
ΜΙΛΤΟΣ: Πλάκα μου κάνεις;
- Ήθελε να δοκιμάσει και το ΕΣΥ της πατρίδας του κι αυτός ο αιθεροβάμονας όμως. Το διάολό μου· και σηκώθηκα απ΄τη θέση μου κλοτσώντας τα ποδαράκια του ξύλινου καναπέ που καθόμασταν.
Ο Μίλτος έφυγε κι η γιαγιά ξαναγύρισε. Της έκανα νόημα να μη μιλήσει και περιέργως συμμορφώθηκε. Τα πήγαινε έλα στο νοσοκομείο,   κράτησαν  πολλές μέρες. Κάποιο πρωί που πήρα τη θέση μου στη σκοπιά μου και   στο παγκάκι μου,  με πλησίασε ο Μίλτος.
ΜΙΛΤΟΣ: Καλημέρα!
- Που την είδες; του ρίχτηκα σχεδόν. Εκτός  κι αν εννοούσες την καλημέρα μόνο για την πάρτη  σου.
ΜΙΛΤΟΣ: Για τις πολλαπλές ανεπάρκειες στα ζωτικά όργανα του θείου σου  ακόμα να σχηματίσεις γνώμη;
- Για ολονών μας τις ανεπάρκειες σχημάτισα γνώμη.
ΜΙΛΤΟΣ: (σαρδόνια) Η ζωή του κρέμεται, από μια… λεπτή κλωστή…
-Όπως κι η δική σου αν συνεχίσεις το παραμύθι σου...
ΜΙΤΟΣ: (ιερή αγανάκτηση) Το όργανά του, τα φτύνουν ένα-ένα σου λέω ρε αναίσθητε.
- Μέρες τ’ ακούω αυτό, αλλά η κλωστή αντέχει… Κάβος αποδείχτηκε.
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Να κοιτάζαμε προληπτικά για κανά ….ανταλλακτικό με…την ώρα μας; Τι λές;
- Για πες μου κάτι ιατρικό ρε φίλε· τον προκάλεσα ήρεμα.
ΜΙΛΤΟΣ: (φοβισμένα) Ακτινολόγος είμαι εγώ είπαμε.
-Η ….ανεπάρκεια των οργάνων, δεν είναι συνέπεια της γενικότερης κλινικής εικόνας, με τέτοιο γκρεμοτσάκισμα;
ΜΙΛΤΟΣ: (αόριστα) Εν μέρει..
- Θα το κόψεις επιτέλους το δούλεμα ρε Μίλτο;φόρτωσα.
ΜΙΛΤΟΣ: (απορημένα) Εγώ; Γιατί το λες αυτό;
- Σε έναν κλινικά νεκρό, μεταμοσχεύσεις ονειρεύεστε μωρέ καθίκια; βγήκα απ' τα ρούχα μου.
ΜΙΛΤΟΣ: (απολογητικά) Μα αφού εσείς αποφασίσατε να το συντηρείτε το… φυτό ρε φίλε. Εμείς σου φταίμε τώρα;
- Σκάσε. Και δεν είναι φυτό.
ΜΙΛΤΟΣ: Καλά ντε. Επαγγελματική διαστροφή.
- Να τον συντηρούμε αποφασίσαμε όμως. Απλά να τον συντηρούμε. Να πάρει τις πιθανότητές του να συνέλθει.
ΜΙΛΤΟΣ: Κατάλαβα. Πότισμα, κλάδεμα, λίπασμα, …κοπριά, ράντισμα και μέχρι εκεί.
-Πως τον αντέχετε τόσο κυνισμό μέσα σας μωρέ; ξαναβγήκα εκτός εαυτού.
ΜΙΛΤΟΣ: (απολογητικά) Απ΄ τη ρουτίνα της δουλειάς είναι ρε φίλε. Εγώ ήρθα να σου πω, πως υπάρχουν και εναλλακτικές λύσεις. Για να έχεις μια αίσθηση.
-Την πήρα λοιπόν και την αίσθηση. Άντε δρόμο τώρα.
ΜΙΛΤΟΣ: (όρθιος) Αν ...έχεις ώρα , ρίχνουμε και μια ματιά  στα ….δοκιμαστήρια.
-Δοκιμαστήρια; απόρησα.
ΜΙΛΤΟΣ: Ναι ρε συ. Κάτω στα υπόγεια, περιμένουν οι …πωλητές των οργάνων, όλους τους βασταγμένους, για να ρίξουν μια ματιά στα… δειγματολόγια….
- Μίλτο, φεύγα είπα γιατί θα πλακωθούμε στις καρπαζιές…
ΜΙΛΤΟΣ: (σηκώθηκε) Φεύγω.  Τα …δοκιμαστήρια, είναι ανοιχτά μέχρι τις δέκα το βράδυ έχε υπ’ όψιν σου…
Κι αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιά απολύτως εξέλιξη. Και ξημέρωσε η επόμενη.  Κι η μεθεπόμενη. Με τον Μίλτο κι εμένα πάντα  στις επάλξεις. Και στο γνώριμο παγκάκι. Μετά από πέντε μέρες:
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Σίγουρα έχει την περιουσία που διαδίδεται στο χωριό, το …φυτό ρε φίλε;
-Έτσι μου είπαν κι εμένα.. Και κομμένο είπαμε το: φυτό.
ΜΙΛΤΟΣ: (απειλητικά) Όχι γιατί αν δεν έχει περιουσία ο θανάσιμας, την κάτσαμε τη βάρκα.
- Βάστα ρε κουμπάρε. Σας έχω φακελώσει τριάντα χιλιάρικα, ήδη. Ποια βάρκα κάτσατε δηλαδή;
ΜΙΛΤΟΣ: Ναι, αλλά κι η εντατική μια εικοσάρα τη μέρα κοστίζει.. (αχγωμένα) Επειδή δεν ξέρεις τι ζήτηση έχει ένα κρεβάτι της εντατικής…Γι’ αυτό μιλάς.
- Να σου πω κάτι; Δε με νοιάζει ρε φίλε· άστραψα και βρόντηξα.
ΜΙΛΤΟΣ: (συγκαταβατικά) Ναι εντάξει, δε  λέω, μέχρι τώρα, είχαμε κάμποσες άπλες.
- Και τι άλλαξε;
ΜΙΛΤΟΣ: (νοσταλγικά) Εψές, έγινε μια καραμπόλα κι άρχισαν τα…γλέντια σ’ όλες τις εντατικές της περιοχής.
-Σώπα ρε; Τι καραμπόλα;
ΜΙΛΤΟΣ: Καραμπόλα, που γέμισαν τα θησαυροφυλάκια.
-Θησαυροφυλάκια;
ΜΙΛΤΟΣ: Οι εντατικές ντε. Απ’ τα Γιάννινα, μέχρι το Μεσολόγγι.
- Α μάλιστα...Είχε πολλά θύματα η καραμπόλα;
ΜΙΛΤΟΣ: Θύματα...να φάνε κι οι κότες. Και μιλάμε για ζωντανά λεφτά φίλε. Και όχι για… επισφαλείς πιστώσεις…
-Κανονικά θα έπρεπε να σε βουτήξω απ΄το σβέρκο τώρα, αλλά είμαι λιώμα απ’ την κούραση.
ΜΙΛΤΟΣ:  Κουβέντα κάνουμε ρε Βασίλη. Δεν είπαμε και τίποτα όταν έχουμε …λαμβάνειν.
-Που να ‘λεγες και τίποτα δηλαδή.
ΜΙΛΤΟΣ: Εγώ να βοηθήσω θέλω.Αλλά δεν είμαι μόνος μου.
- Ναι βέβαια! Υπάρχει κι η κοινοπραξία στο βάθος...
ΜΙΛΤΟΣ: Τουλάχιστον με καταλαβαίνεις.
- Αν είναι δυνατόν.
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Οι …από πάνω ξέρεις, πρότειναν έξω-έξω, να πλακωθούμε στους…. θανάτους…
- Που να πλακωθούμε;
ΜΙΛΤΟΣ: Να αρχίσουμε να κόβουμε το… ρεύμα είπαν.
-Με τι.... χρονοδιάγραμμα; τον ειρωνεύτηκα.
ΜΙΛΤΟΣ: Πρώτα ας πούμε, να ξεσυνδέσουμε το μηχάνημα απ’ τους νεφρούς και να τους πεθάνουμε.
- Απαπαπαπαπα.
ΜΙΛΤΟΣ: (ακάθεκτος) Και με τη σειρά, να τραβήξουμε απ΄τις μπρίζες το μηχάνημα των πνευμόνων, της καρδιάς…
- Και βουρ, να τον στείλουμε πακέτο και στο… συμβεβλημένο γραφείο κηδειών απέναντι…
ΜΙΛΤΟΣ: (ανακουφισμένα) Α, το γνώρισες το κοράκι; Κι είχα κι αυτή την υποχρέωση χρεωμένη.
- Ε, καλά τώρα. Αυτό δε μας περίσσεψε μόνο;
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Και κάτι άλλο νωρίτερα....
-Σαν τι πάλι;
ΜΙΛΤΟΣ: (διστακτικά) Ε πως; Να μην τον κάνετε και δωρητή... οργάνων; Στην επιστήμη ας πούμε;
-Στην επιστήμη δώρο τα όργανά του, ή θεμέλιο λίθο σε καμιά μεζονέτα κανενός εντατικού;
ΜΙΛΤΟΣ: (απολογητικά) Εγώ, εγώ για τις ευκολίες πληρωμής σου το είπα! Να το συμψηφίσουμε με τα χρέη σας στην εντατική....Κατάλαβες τι λέω.
- Δε θέλω να καταλάβω άλλα ρε φίλε· και το έκοψα απότομα για να συνεχίσω υποτονικά: Ένα πράγμα μας έμεινε έτσι όπως τα καταφέραμε: ένας αξιοπρεπής θάνατος....
ΜΙΛΤΟΣ: (παγωμένα) Κατά πως πάνε τα πράγματα, απόψε μάλλον σχωρνιέται...
- Απόψε, δεν έχει διακοπές ρεύματος! Το κατάλαβες ή να το ξαναπώ; τον απείλησα πλέον.
ΜΙΛΤΟΣ: (ανακάθεται) Εσύ πάντως, το έκανες το καθήκον σου και με το παραπάνω.
- Εμείς το καθήκον μας κι εσείς την καλή σας… Όλοι μας τελικά, κάτι κάναμε.
ΜΙΛΤΟΣ: (απογοητευμένα) Ποια καλή μας εμείς μωρέ ; Με τόσα βερεσέδια; Και με τέτοια λίστα στην αναμονή μετά την καραμπόλα;
-Περίμενε μια δυο μέρες ακόμα είπα.
ΜΙΛΤΟΣ: (με ελπίδα) Περιμένεις κανά έμβασμα;
-Αύριο μεθαύριο, αποφασίζει κι ο Άρειος Πάγος, αν μπορεί να ανοίξει η διαθήκη και ενός μη… τεθνεώτος. Οπότε θα ξεχρεώσουμε.
ΜΙΛΤΟΣ: (υποτονικά) Κοίταξε, δεν θέλω να σε απογοητεύσω, αλλά λίγο πριν να έρθω κατά εδώ, είδα και τις ειδήσεις…
- Και;
ΜΙΛΤΟΣ: Ματαιώθηκε η συνεδρίαση…
- Ματαιώθηκε; Γιατί μωρέ το κέρατό μου;έπεσαν στο ναδίρ τα κουράγια μου.
ΜΙΛΤΟΣ: Το δικαστήριο φίλε μου, δήλωσε αναρμόδιο…
- Αναρμόδιο ε; ψέλλισα.
ΜΙΛΤΟΣ: (ξιφουλκώντας) Χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση αποφάσισαν κι αυτοί οι…αναίσθητοι.
-Όχι ρε την καντεμιά μου….
ΜΙΛΤΟΣ: (υποτονικά) Γι αυτό σου λέω… Είναι ώρα να τ’ αποφασίσουμε, πως … ήρθε κι η δική του η ώρα.
- Ο Θεός την αποφασίζει την ώρα Μίλτο…Μόνο ο θεός.
ΜΙΛΤΟΣ: (ξεφυσώντας) Η ζήτηση των κρεβατιών και τα πορτοφόλια τ’ αποφασίζουν αυτά Βασίλη .
ΒΑΣΙΛΗΣ: (απαξιωτικά) Σιγά ρε φίλε. Σαν να πρόκειται για κανά ιδιόκτητο πεντάστερο ξενοδοχείο, μιλάς για τα κρεβάτια μιας κρατικής εντατικής…
ΜΙΛΤΟΣ: Για όσους δεν διατίθενται αυτά τα πεντάστερα κρεβατάκια όμως, ολόκληρο τον… γαλαξία αξιώνονται να δουν. Πριν την ώρα τους καμπόσοι...
- Αμ, αφού είναι τόσο ακριβό το πεντάστερο κρατικό ξενοδοχείο σας.
ΜΙΛΤΟΣ: Μια ολόκληρη ώρα αυτό εξετάζαμε στο ιατρικό συμβούλιο ξέρεις:
-Και κάνατε ιατρικό συμβούλιο για τη κατάσταση του; οργίστηκα. Αυτά πότε περιμένεις να μου τα πεις ρε;
ΜΙΛΤΟΣ: (σηκώνεται και φεύγοντας) Για τον αν βαστιέται ή δε βαστιέται ο …φύκος τρώγαμε τζάμπα και βερεσέ τις ώρες μας στο συμβούλιο σήμερα σου είπα…
Τον άφησα άδαρτο κι έσυρα το πόδια μου μέχρι το τζίπ. Τράβηξα γραμμή για της γιαγιάς. Όπου εξελισσόταν οικογενειακό συμβούλιο!
Στο σαλόνι του σπιτιού της γιαγιάς στο χωριό, ήταν μαζεμένοι, καμιά δεκαριά υπέργηροι  άντρες και άλλες τόσες μαυροφορεμένες γυναίκες.  Ανάμεσά τους και μια 30χρονη ξαδέρφη μου. Κι η γιαγιά  φυσικά. Όλοι τους, με κατεβασμένα τα κεφάλια. Εκείνος που προήδρευε, μάζεψε τα χαρτιά του λέγοντας:
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ: Έφτασε η ώρα να ψηφίσουμε και …για το θέλημα του θεού. Ξεκινάμε απ΄τα ζερβά. Παππού αρχινάς.
ΠΑΠΠΟΥΣ: Θεός σχωρέστον.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ: Θεός σχωρέστον….
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ: Γιαγιά Μέλπω;
ΓΙΑΓΙΑ: Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.
- Όχι μόνο να ζήσουμε για να ξεπροβοδίσουμε κι άλλους ρε γιαγιά...
ΝΕΑΡΗ ΣΥΓΓΕΝΗΣ: Αλλά να δουλεύει κι η μνήμη μας κι από πάνω. Για να τους... θυμόμαστε.
-Στην… τέταρτη και …πέμπτη ηλικία μας.
ΝΕΑΡΗ ΣΥΓΓΕΝΗΣ: (χαμογελώντας) Θράσος όμως Βασίλη  έτσι;
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ: Έντεκα ψήφοι υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του θείου και ένας εναντίον. Αύριο το απόγευμα μετά την κηδεία, ανοίγουμε και τη διαθήκη... Βασίλη παιδί μου….
-Ορίστε; τον ρώτησα σα χαμένος.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ: Ειδοποίησε το νοσοκομείο να τον…. συγχωρέσει απόψε παιδί μου…
-Ναι βέβαια! Σύμφωνα και με το θέλημα του Θεού· Τι να ευχηθώ εγώ τώρα;  Άντε και στα δικά σας...
ΓΙΑΓΙΑ:  Θα το κάνεις  μπρε ή να τους τελεφωνήσω εγώ; 
Σηκώθηκα αμίλητος, μάζεψα τα πράγματά μου απ΄το δωμάτιο και τράβηξα  γραμμή για το τζιπ μου, χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. Αλλά πάνω στους ελιγμούς, αποτελείωσα και την υπόλοιπη οθωμανική τουαλέτα. Γκάζωσα το τζίπ και το κοπάνησα με μανία πάνω στο υπόλοιπο σπίτι.  
Το απότομο  τράνταγμα με ...ξύπνησε!  Κι ήμουνα στο κρεβάτι ,  στο σπίτι της γιαγιάς στο χωριό κι ακόμα ο ...ζωντανός θείος, ντυνόταν  με προσεκτικές κινήσεις  απέναντί μου. Και με στολή ...περιπάτου.
ΘΕΙΟΣ: Αν ξεκουράστηκες, ώρα να κατηφορίσουμε και κατά τα αμπελοχώραφα Βασίλη! Όσο έχει φως...
-Γιατί δεν πήγαμε ακόμα; τον ρώτησα γελώντας με την καρδιά μου. Για να ξεσπάσω αμέσως,  υστερικά σχεδόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου